Το ιστορικό σινεμά «Σινέ Αθηναία» έχει κυριολεκτικά ξεφυτρώσει στην Οδό Χάριτος στο Κολωνάκι όπου βρίσκονται ένα σωρό κομψά bars και restaurants. Πρόκειται για ένα σήμα κατατεθέν πολιτισμού στο Κέντρο της Πόλης και μια μικρή ανάσα για όσους θέλουν να χαλαρώσουν περνώντας εποικοδομητικά το χρόνο τους! Το Σινέ Αθηναία μας συντρόφευε όλο το καλοκαίρι με όλες τις νέες ταινίες που κυκλοφόρησαν αλλά και με μοναδικές ψηφιακές επανεκδόσεις που φέτος έφερε ξανά στη ζωή!

 Το «Μια Βροχερή Μέρα στη Νέα Υόρκη» που παρακολούθησα πριν το θερινό της καρδιάς μας αποχαιρετήσει το κοινό του για τον χειμώνα, είναι λοιπόν ένα απολαυστικό déjà vu αλλά και μια ταινία που έμεινε για έναν ολόκληρο χρόνο στο ράφι (το 2018 είναι η πρώτη χρονιά μετά το 1981 που δεν προβλήθηκε καινούργια ταινία του Άλεν) ,λόγω της επανεμπλοκής του ονόματος του δημιουργού στο γνωστό παλιό σκάνδαλο ενδοοικογενειακής σεξουαλικής κακοποίησης.

Η αγαπημένη μεγαλούπολη του Άλεν κρατά βασικό δραματικό ρόλο σε αυτήν τη γλυκόπικρη κομεντί, καθώς υποδέχεται μια μέρα με βροχή ένα νεαρό ζευγάρι που σπουδάζει σε ένα βορινό κολέγιο: τον Γκάτσμπι, ανέμελο και καλοαναθρεμμένο γιο μιας πλούσιας νεοϋορκέζικης οικογένειας, και την Άσλι, μια όμορφη, φιλόδοξη και καλόκαρδη νεαρή από την Αριζόνα, η οποία έχει κανονίσει συνέντευξη με έναν διάσημο σκηνοθέτη για  την κολεγιακή εφημερίδα. Καθώς οι δυο τους μπλέκονται στους φρενήρεις αστικούς ρυθμούς και σε απρόβλεπτες συναισθηματικές περιπέτειες, τα ρομαντικά σχέδιά τους ανατρέπονται από νωρίς!

Παρακολουθούμε τον Γούντι Άλεν να μεγαλουργεί πάνω στην ιδέα του τυχαίου, του τι μπορεί να σου συμβεί μέσα σε μια μέρα που μπορεί να σου αλλάξει για πάντα τη ζωή ,ακόμη κι όταν μετά από ένα εξαίσιο πρώτο μέρος, στο δεύτερο μέρος προσπαθεί να ξεφύγει από τα «δύσκολα» με ευκολίες και κλισέ που ο ίδιος έχει κάνει καλύτερα στο παρελθόν. Μάλιστα, παρακολουθούμε τους πρωταγωνιστές να λένε ότι :

«Η ζωή είναι γεμάτη τραγικές αναποδιές.»

Δύο κόσμοι έρχονται ο ένας απέναντι στον άλλον ,ζεστά χρώματα κι ευκίνητη κάμερα για την Άσλι, ψυχρές αποχρώσεις και σταθερά πλάνα για τον Γκάτσμπι και ο Άλεν βρίσκει την ευκαιρία να σχολιάσει τις αναπάντεχες διαδρομές του έρωτα, τα διασκεδαστικά παιχνίδια της μοίρας, την πολύπλοκη, αντιφατικά γοητευτική «ψυχή» της Νέας Υόρκης και, φυσικά, την απατηλή λάμψη της διανοουμενίστικης show business! Σε μια κωμική διαδρομή που κρύβει μέσα της πολλά μικρά δράματα, η πόλη αλλάζει τους χαρακτήρες και μας αποκαλύπτει το αληθινό τους πρόσωπο, ενώ ο Άλεν επιβεβαιώνει πως παραμένει σταθερά ένας λιτός, σοφός και κομψός χιουμορίστας.

Παρατηρούμε επίσης τους πρωταγωνιστές να ισχυρίζονται ότι:

«Εσείς δεν είστε συμβιβαστικός με οτιδήποτε εμπορικό!»

 «Ζεις μόνο μια φορά, αλλά είναι αρκετή αν βρεις το σωστό άτομο.»

«Η αληθινή ζωή είναι γι’ αυτούς που δεν έχουν να κάνουν κάτι καλύτερο.»

«Δεν τα βγάζεις πέρα με τους χαρισματικούς!»

Αξιοσημείωτο είναι ότι στη «Βροχερή μέρα στη Νέα Υόρκη», το κυρίαρχο τραγούδι είναι το μελαγχολικό «Everything happens to me», στην εκτέλεση που έκανε ο σπουδαίος Ερολ Γκάρνερ το 1944. Το πιάνο του Γκάρνερ στη «Βροχερή μέρα» φέρνει κοντά τη Σάνον (Σελένα Γκομέζ) με τον Γκάτσμπι (Τιμοτέ Σαλαμέ): είχαν μπροστά τους, μέσα στα πόδια τους, τον έρωτα, αλλά χρειάστηκε να κάνουν τις δύσκολες διαδρομές τους για να τον δουν καθαρά.

Τέλος, ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος καταφέρνει με απολαυστικό τρόπο να στηλιτεύσει και να αποδομήσει την υποκρισία της καλής κοινωνίας και το πόσο αυτή υποκύπτει στη δημόσια εικόνα της. Η ταινία είναι καλοσκηνοθετημένη ,με εξαιρετικό ρυθμό, εύστοχους και χιουμοριστικούς διαλόγους, αλλά πάνω από όλα με σαγηνευτικά πλάνα, που μαγνητίζουν και δίνουν μια τρυφερή και συνάμα ρομαντική όψη στη Νέα Υόρκη των ανατροπών και της περιπέτειας.

Όλοι οι ηθοποιοί είναι πολύ καλοί ,ακόμη και η εμπορικότατη Σελένα Γκομέζ. Η Ελ Φάνινγκ ενσαρκώνει πειστικότατα την εκκολαπτόμενη δημοσιογράφο με την καλή ανατροφή και το αφελές μυαλό, που θαμπώνεται εύκολα και γρήγορα απ’ το κινηματογραφικό σύστημα που απλώνεται μπροστά της. O Λιβ Σράιμπερ, ανέκφραστος πίσω από τα γυαλιά, ως σκηνοθέτης με υπαρξιακά προβλήματα είναι απολαυστικός στον ρόλο του. Εξαίσια κωμικός και ο Τζουντ Λο στον μικρό ρόλο του. Μόνο ο πρωταγωνιστής Τίμοθι Σαλαμέ υστερούσε λίγο σε σχέση με το υπόλοιπο καστ χωρίς όμως να είναι κακός.

Ήταν μία μοναδική ταινία σε ένα εξαίρετο σινεμά που ομολογώ θα μου λείψει μέχρι να ανανεώσω το ραντεβού μου μαζί του το καλοκαίρι του 2020.

 

 

 

 

Σχολίασε το